Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encrust
01
επικαλύπτω με κρούστα, σχηματίζω κρούστα
to cover something with a hard outer layer, forming a crust
Transitive: to encrust sth with a layer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encrust
γ΄ ενικό πρόσωπο
encrusts
ενεστώτα μετοχή
encrusting
απλός αόριστος
encrusted
παθητική μετοχή
encrusted
Παραδείγματα
The chef chose to encrust the salmon fillet with a flavorful blend of herbs and breadcrumbs.
Ο σεφ επέλεξε να καλύψει το φιλέτο σολομού με μια γευστική μείξη βοτάνων και ψίχουλα.
02
καλύπτομαι με κρούστα, σχηματίζω σκληρό στρώμα
form a crust or a hard layer
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, the metal pipes encrusted with rust due to exposure to moisture.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι μεταλλικοί σωλήνες καλύφθηκαν με σκουριά λόγω έκθεσης στην υγρασία.
03
διακοσμώ, στολίζω
to add decorative elements onto a surface to enhance its appearance
Transitive: to encrust sth with decorative elements
Παραδείγματα
The jeweler encrusted the pendant with emeralds and sapphires.
Ο κοσμηματοπώλης ένθεσε το μενταγιόν με σμαράγδια και ζαφείρια.
Λεξικό Δέντρο
encrust
crust



























