Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emulate
01
μιμούμαι, εξισώνω
to make an attempt at matching or surpassing someone or something, particularly by the means of imitation
Transitive: to emulate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emulates
ενεστώτα μετοχή
emulating
απλός αόριστος
emulated
παθητική μετοχή
emulated
Παραδείγματα
The young athlete aspired to emulate the achievements of their Olympic hero.
Ο νεαρός αθλητής φιλοδοξούσε να μιμηθεί τα επιτεύγματα του ολυμπιακού του ήρωα.
02
εξισώνω, μιμούμαι
to match or come close to being as good as something or someone
Transitive: to emulate sth
Παραδείγματα
She worked hard to emulate her mentor’s level of expertise.
Δούλεψε σκληρά για να μιμηθεί το επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης του μέντορά της.
03
εξομοιώνω, μιμούμαι
to mimic the operation or behavior of a different computer system or software
Transitive: to emulate a computer system or software
Παραδείγματα
The new software is designed to emulate older operating systems for compatibility.
Το νέο λογισμικό έχει σχεδιαστεί για να προσομοιώνει παλαιότερα λειτουργικά συστήματα για συμβατότητα.
Λεξικό Δέντρο
emulation
emulator
emulous
emulate
emul



























