Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emu
01
εμού, πουλί εμού
a large terrestrial bird that can run fast, originally from Australia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emus
02
emu, σύστημα μονάδων μέτρησης ηλεκτρισμού και μαγνητισμού
any of various systems of units for measuring electricity and magnetism



























