emu
Pronunciation
/ˈimˌju/

Ορισμός και σημασία του "emu"στα αγγλικά

01

εμού, πουλί εμού

a large terrestrial bird that can run fast, originally from Australia
emu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emus
02

emu, σύστημα μονάδων μέτρησης ηλεκτρισμού και μαγνητισμού

any of various systems of units for measuring electricity and magnetism
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store