Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emmenthal
01
εμενθάλ, εμεντάλ
Swiss cheese with large holes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emmenthals
LanGeek



























