emmentaler
e
ˈɛ
ε
mmen
mən
μαν
ta
tɑ:
τα
ler
λα
emmenthaler

Ορισμός και σημασία του "emmentaler"στα αγγλικά

01

εμεντάλ, ελβετικό τυρί με μεγάλες τρύπες

Swiss cheese with large holes 
emmentaler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emmentalers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store