Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emigrant
01
μετανάστης, αποδημών
someone who moves from one country to another with the intention of settling there permanently
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emigrants
Παραδείγματα
Ellis Island was the gateway for millions of European emigrants seeking a new life in the New World.
Το νησί Έλις ήταν η πύλη εισόδου για εκατομμύρια Ευρωπαίους μετανάστες που αναζητούσαν μια νέα ζωή στον Νέο Κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
emigration
emigrant
emigrate



























