emergency room
e
ɪ
i
mer
ˈmɜ:
gen
ʤən
jēn
cy
si
si
room
ru:m
room
ER

Ορισμός και σημασία του "emergency room"στα αγγλικά

Emergency room
01

τμήμα επειγόντων περιστατικών, επείγον

a room in a hospital or clinic equipped to provide emergency care to people in need of immediate medical treatment 
emergency room definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emergency rooms
Παραδείγματα
He rushed to the emergency room after injuring his ankle during a soccer game. 

Έτρεξε στην προσωρινή νοσηλεία αφού τραυματίστηκε στον αστράγαλο κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store