Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emergency room
01
τμήμα επειγόντων περιστατικών, επείγον
a room in a hospital or clinic equipped to provide emergency care to people in need of immediate medical treatment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emergency rooms
Παραδείγματα
He rushed to the emergency room after injuring his ankle during a soccer game.
Έτρεξε στην προσωρινή νοσηλεία αφού τραυματίστηκε στον αστράγαλο κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.



























