Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embezzle
01
υπεξαιρώ, καταχρώμαι
to secretly steal money entrusted to one's care, typically by manipulating financial records, for personal use or gain
Transitive: to embezzle money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embezzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
embezzles
ενεστώτα μετοχή
embezzling
απλός αόριστος
embezzled
παθητική μετοχή
embezzled
Παραδείγματα
The accountant devised a scheme to embezzle funds without raising suspicion.
Ο λογιστής επινόησε ένα σχέδιο για να καταχραστεί χρήματα χωρίς να εγείρει υποψίες.
Λεξικό Δέντρο
embezzled
embezzlement
embezzler
embezzle



























