email
Pronunciation
/ˈiːˌmeɪl/
e-mail

Ορισμός και σημασία του "email"στα αγγλικά

01

email, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

a system that is used to send and receive messages or documents via a network
email definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We use email to communicate with our colleagues at work.
Χρησιμοποιούμε email για να επικοινωνούμε με τους συναδέλφους μας στη δουλειά.
02

email, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

a digital message that is sent from one person to another person or group of people using a system called email
email definition and meaning
Παραδείγματα
She sent an email to her teacher to ask for help with the assignment.
Έστειλε ένα email στον δάσκαλό της για να ζητήσει βοήθεια με την εργασία.
to email
01

στέλνω email, στέλνω μήνυμα μέσω email

‌to send a message to someone by email
Transitive: to email sth | to email sb
Ditransitive: to email sb sth | to email sth to sb
to email definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
email
γ΄ ενικό πρόσωπο
emails
ενεστώτα μετοχή
emailing
απλός αόριστος
emailed
παθητική μετοχή
emailed
Παραδείγματα
We can email the brochure to potential customers.
Μπορούμε να στείλουμε μέσω email το φυλλάδιο σε πιθανούς πελάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store