emaciate
e
ɪ
ι
ma
ˈmeɪ
μει
ciate
ˌʃieɪt
σιειτ
/iːmˈeɪsɪˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "emaciate"στα αγγλικά

to emaciate
01

αδυνατίζω ακραία, φθίνω σωματικά

to become thin or malnourished and physically fade away
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emaciate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emaciates
ενεστώτα μετοχή
emaciating
απλός αόριστος
emaciated
παθητική μετοχή
emaciated
02

αδυνατίζω, αποδυναμώνω λόγω υποσιτισμού

to cause to become thin or malnourished

Λεξικό Δέντρο

emaciated
emaciation
emaciate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store