Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emaciate
01
αδυνατίζω ακραία, φθίνω σωματικά
to become thin or malnourished and physically fade away
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emaciate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emaciates
ενεστώτα μετοχή
emaciating
απλός αόριστος
emaciated
παθητική μετοχή
emaciated
02
αδυνατίζω, αποδυναμώνω λόγω υποσιτισμού
to cause to become thin or malnourished
Λεξικό Δέντρο
emaciated
emaciation
emaciate



























