Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elemental
01
στοιχειώδης, θεμελιώδης
relating to the basic building blocks of matter, known as chemical elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Elemental analysis determines the composition of a substance by identifying the elements present.
Η στοιχειακή ανάλυση προσδιορίζει τη σύνθεση μιας ουσίας με την ταυτοποίηση των παρόντων στοιχείων.
02
στοιχειώδης, φυσικός
relating to severe atmospheric conditions
03
στοιχειώδης, θεμελιώδης
of or being the essential or basic part
Λεξικό Δέντρο
elemental
element



























