Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electronic mail
01
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, email
a system that is used to send and receive messages or documents via a network
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electronic mails
02
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, email
a digital message sent from one person or group to another through an online system, often including text, attachments, and links
Παραδείγματα
She sent an electronic mail to confirm the meeting time.
Έστειλε ένα ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για να επιβεβαιώσει την ώρα της συνάντησης.



























