electrode
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
rode
rəʊd
rewd

Ορισμός και σημασία του "electrode"στα αγγλικά

01

ηλεκτρόδιο, ηλεκτρικός αγωγός

a conductor through which electricity travels to or from an object, such as batteries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrodes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store