Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electrode
01
ηλεκτρόδιο, ηλεκτρικός αγωγός
a conductor through which electricity travels to or from an object, such as batteries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrodes



























