electrode
Pronunciation
/ˌɪˈɫɛktɹoʊd/

Ορισμός και σημασία του "electrode"στα αγγλικά

01

ηλεκτρόδιο, ηλεκτρικός αγωγός

a conductor through which electricity travels to or from an object, such as batteries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrodes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store