Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electric shaver
01
ηλεκτρικό ξυράφι, ηλεκτρική ξυριστική μηχανή
a razor powered by an electric motor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
electric shavers
LanGeek



























