elbow grease
el
ˈɛl
el
bow
bəʊ
bew
grease
gri:s
gris

Ορισμός και σημασία του "elbow grease"στα αγγλικά

01

γερό τρίψιμο, δουλειά με τα χέρια

a great amount of physical effort or work that is put into something 
elbow grease definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The old table just needs some elbow grease to look new again. 

Το παλιό τραπέζι θέλει απλώς γερό τρίψιμο για να ξαναγίνει σαν καινούργιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store