Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elbow grease
01
γερό τρίψιμο, δουλειά με τα χέρια
a great amount of physical effort or work that is put into something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























