Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eightieth
01
ογδοηκοστός
position 80 in a countable series of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eightieths
eightieth
01
ογδοηκοστός
the ordinal number of eighty in counting order
LanGeek



























