egghead
egg
ˈɛg
εγκ
head
hɛd
χεντ
peghead

Ορισμός και σημασία του "egghead"στα αγγλικά

01

σπασίκλας, αυγοκέφαλος

an intellectual or highly educated person, mocked as impractical or out of touch 
Dialectamerican flagAmerican
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eggheads
Παραδείγματα
The egghead professor couldn't change a tire to save his life. 

Ο καθηγητής βιβλιοφάγος δεν μπορούσε να αλλάξει λάστιχο για να σώσει τη ζωή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

egghead

egg

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store