Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eggbeater
01
χειροκίνητος αναμικτήρας, αναμικτήρας αυγών
a handheld kitchen tool with two or more beaters or whisks used to beat, whisk, or mix ingredients by hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eggbeaters
02
αναδευτήρας αυγών, ελικόπτερο
an aircraft without wings that obtains its lift from the rotation of overhead blades



























