Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abecedarian
01
αλφαβητάριος, μια αίρεση των Αναβαπτιστών του 16ου αιώνα με κέντρο τη Γερμανία που είχε απόλυτη περιφρόνηση για την ανθρώπινη γνώση
a 16th century sect of Anabaptists centered in Germany who had an absolute disdain for human knowledge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abecedarians
02
αρχάριος, νεόφυτος
a novice learning the rudiments of some subject
03
αλφαβητικό ποίημα, αβεκεντάριο ποίημα
a type of poem or acrostic in which each line, stanza, or word begins with the successive letters of the alphabet
abecedarian
01
αλφαβητικός, αλφαβητάριος
alphabetically arranged (as for beginning readers)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























