alumnus
a
ə
ē
lum
ˈlʌm
lam
nus
nəs
nēs
numbness

Ορισμός και σημασία του "alumnus"στα αγγλικά

01

πρώην μαθητής, αποφοιτημένος

a person, particularly a male one, who is a former student of a college, university, or school 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
alumni
αρσενικό ενικό
alumnus
θηλυκό ενικό
alumna
neutral form
graduate
Παραδείγματα
The university recognized John Smith as an outstanding alumnus for his contributions to the field of medicine. 

Το πανεπιστήμιο αναγνώρισε τον John Smith ως εξαιρετικό πρώην φοιτητή για τις συνεισφορές του στον τομέα της ιατρικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store