ecru
ec
ˈeɪk
eik
ru
ru:
roo
accrue

Ορισμός και σημασία του "ecru"στα αγγλικά

01

πολύ ανοιχτό καφέ, εκρού

a very light brown 
ecru definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
01

εκρού, ανοιχτό μπεζ

having a light beige color like that of unbleached linen 
ecru definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ecru
συγκριτικός βαθμός
more ecru
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, textiles, perception

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store