eating disorder
ea
ˈi:
i
ting
tɪng
ting
di
di
sor
sɔ:
saw
der

Ορισμός και σημασία του "eating disorder"στα αγγλικά

Eating disorder
01

διατροφική διαταραχή, διαταραχή διατροφικής συμπεριφοράς

a mental condition that causes a person to eat too much or too little 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eating disorders
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store