eating
ea
ˈi:
i
ting
tɪng
ting
elatingeasing

Ορισμός και σημασία του "eating"στα αγγλικά

01

φαγητό, διατροφή

the action of eating food 
eating definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eatings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store