eatable
eatable
'i:təbl
ιταμπλ

Ορισμός και σημασία του "eatable"στα αγγλικά

01

βρώσιμος, εδώδιμος

able to be eaten but not in an excellent condition 
eatable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eatable
συγκριτικός βαθμός
more eatable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, quality, consumption
01

βρώσιμο, τροφή

any substance that can be used as food 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eatables

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uneatable
eatable
eat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store