Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eat in
[phrase form: eat]
01
τρώω στο σπίτι, δειπνώ στο σπίτι
to have a meal at home, in contrast to eating at a restaurant or ordering takeout
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
eat
ενεστώτας
eat in
γ΄ ενικό πρόσωπο
eats in
ενεστώτα μετοχή
eating in
απλός αόριστος
ate in
παθητική μετοχή
eaten in
Παραδείγματα
She planned to eat in for the week to save money and explore new recipes.
Σχεδίαζε να τρώει στο σπίτι για τη βδομάδα για να εξοικονομήσει χρήματα και να εξερευνήσει νέες συνταγές.



























