Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alter ego
01
άλτερ έγκο
one's other personality, particularly one that greatly differs from what one often shows
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alter egos
02
άλτερ εγώ, ψυχή αδελφή
a very close and trusted friend who seems almost a part of yourself



























