earthnut pea
earth
ˈɜ:θ
ēth
nut
nʌt
nat
pea
pi:
pi

Ορισμός και σημασία του "earthnut pea"στα αγγλικά

01

αραχιδόφισο, γαία φακή

a plant that grows small, peanut-like tubers that can be eaten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earthnut peas
Παραδείγματα
I mashed the cooked earthnut peas and spread them on toast for a tasty and nutritious spread. 

Έλιωσα τα μαγειρεμένα αρακάκια γης και τα απλώσαμε σε τοστ για μια νόστιμη και θρεπτική παστά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store