eaglet
eaglet
'i:glɪt
iglit
aiglet

Ορισμός και σημασία του "eaglet"στα αγγλικά

01

αετόπουλο, νεοσσός αετού

a newly-hatched eagle 
eaglet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eaglets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store