Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dutiful
01
υπάκουος, επιμελής
fulfilling one's duties and responsibilities with a sense of loyalty and obedience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dutiful
συγκριτικός βαθμός
more dutiful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dutiful caregiver attended to the needs of the elderly with compassion and dedication.
Ο υπάκουος φροντιστής φρόντισε τις ανάγκες των ηλικιωμένων με συμπόνια και αφοσίωση.
Λεξικό Δέντρο
dutifully
dutifulness
undutiful
dutiful
duty



























