dutiful
du
ˈdju:
dyoo
ti
ti
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "dutiful"στα αγγλικά

01

υπάκουος, επιμελής

fulfilling one's duties and responsibilities with a sense of loyalty and obedience 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dutiful
συγκριτικός βαθμός
more dutiful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dutiful employee always completed tasks on time and exceeded expectations. 

Ο υπάκουος εργαζόμενος πάντα ολοκληρώνει τις εργασίες εγκαίρως και ξεπερνά τις προσδοκίες.

Λεξικό Δέντρο

dutifully
dutifulness
undutiful
dutiful
duty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store