dutiable
Pronunciation
/dˈuːʃɪəbəl/

Ορισμός και σημασία του "dutiable"στα αγγλικά

01

φορολογήσιμος, υποκείμενος σε δασμούς

(of goods) likely to be taxed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store