Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dutiable
01
φορολογήσιμος, υποκείμενος σε δασμούς
(of goods) likely to be taxed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
taxation, commerce, goods
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dutiable
duty



























