dutch door
dutch
dʌʧ
dach
door
dɔ:
daw

Ορισμός και σημασία του "Dutch door"στα αγγλικά

01

Ολλανδική πόρτα, πόρτα χωρισμένη οριζόντια σε δύο μέρη

a door divided horizontally into two parts that can be opened and closed independently 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Dutch doors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store