Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dutch door
01
Ολλανδική πόρτα, πόρτα χωρισμένη οριζόντια σε δύο μέρη
a door divided horizontally into two parts that can be opened and closed independently
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Dutch doors
LanGeek



























