to dunk
dunk
dʌnk
dank
drunk

Ορισμός και σημασία του "dunk"στα αγγλικά

to dunk
01

βουτώ, βρέχω

immerse briefly into a liquid so as to wet, coat, or saturate 
to dunk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
dunks
ενεστώτα μετοχή
dunking
απλός αόριστος
dunked
παθητική μετοχή
dunked
02

βουτώ, βρέχω

dip into a liquid while eating 
03

κάνω ντανκ, εκτελώ βουτιά

make a dunk shot, in basketball 
01

νταγκ, δυνατό σουτ

a high-energy shot in basketball where a player jumps and forcefully puts the ball through the basket 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dunks
Παραδείγματα
The crowd cheered loudly after his impressive dunk. 

Το πλήθος ζητωκραύγασε δυνατά μετά την εντυπωσιακή του κάρφωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store