Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dungaree
01
dungaree, ανθεκτικό βαμβακερό ύφασμα
a coarse durable twill-weave cotton fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
σαλαβάρα εργασίας, εργατική παντελόνι
a type of sturdy work wear trousers made from denim or cotton fabric, often with bib and shoulder straps
Dialect
British



























