dumpy level
dum
ˈdʌm
dam
py
pi
pi
le
le
vel
vəl
vēl

Ορισμός και σημασία του "dumpy level"στα αγγλικά

01

αυτόματο επίπεδο, όργανο μέτρησης

a surveying instrument used to establish horizontal levels and measure height differences 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dumpy levels
Παραδείγματα
The surveyor used a dumpy level to check the level of the ground before starting the foundation work. 

Ο τοπογράφος χρησιμοποίησε ένα αλφάδι για να ελέγξει το επίπεδο του εδάφους πριν ξεκινήσει τις εργασίες θεμελίωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store