dry cleaning
dry
ˈdraɪ
drai
clea
kli:
kli
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "dry cleaning"στα αγγλικά

01

στεγνό καθάρισμα, στεγνοκαθαριστήριο

a process of cleaning clothes or fabrics using chemicals instead of water 
dry cleaning definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dry cleanings
Παραδείγματα
She took her suit to the dry cleaning shop. 

Πήγε το κοστούμι της στο καθαριστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store