drummer
dru
ˈdrʌ
dra
mmer
rummersummermummerovercomer

Ορισμός και σημασία του "drummer"στα αγγλικά

01

ντράμερ, τραγουδιστής

someone who plays a drum or a set of drums in a band 
drummer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drummers
Παραδείγματα
He's the drummer for a rock band, setting the rhythm and driving the energy of the music with his drumming. 

Είναι ο ντράμερ μιας ροκ μπάντας, ο οποίος θέτει το ρυθμό και οδηγεί την ενέργεια της μουσικής με το τύμπανό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drummer
drum
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store