Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drumhead
01
επιφάνεια τύμπανου, μεμβράνη τύμπανου
a membrane that is stretched taut over a drum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drumheads
drumhead
01
ταχύς, ανεπίσημος
performed speedily and without formality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drumhead
συγκριτικός βαθμός
more drumhead
διαβαθμίσιμο



























