drumhead
drum
ˈdrʌm
ντραμ
head
hɛd
χεντ

Ορισμός και σημασία του "drumhead"στα αγγλικά

01

επιφάνεια τύμπανου, μεμβράνη τύμπανου

a membrane that is stretched taut over a drum 
drumhead definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drumheads
01

ταχύς, ανεπίσημος

performed speedily and without formality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drumhead
συγκριτικός βαθμός
more drumhead
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
procedure, law, military

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store