Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drum up
[phrase form: drum]
01
διεγείρω, δημιουργώ
to actively gather and engage individuals by generating interest or excitement through promotion or persuasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
drum
ενεστώτας
drum up
γ΄ ενικό πρόσωπο
drums up
ενεστώτα μετοχή
drumming up
απλός αόριστος
drummed up
παθητική μετοχή
drummed up
Παραδείγματα
To boost attendance, the organizers used creative strategies to drum up enthusiasm for the conference.
Για να αυξήσουν την προσέλευση, οι διοργανωτές χρησιμοποίησαν δημιουργικές στρατηγικές για να αναπτερώσουν τον ενθουσιασμό για τη συνδιάσκεψη.



























