Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drum up
01
διεγείρω, δημιουργώ
to actively gather and engage individuals by generating interest or excitement through promotion or persuasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
drum
ενεστώτας
drum up
γ΄ ενικό πρόσωπο
drums up
ενεστώτα μετοχή
drumming up
απλός αόριστος
drummed up
παθητική μετοχή
drummed up
Παραδείγματα
The marketing team worked hard to drum up excitement for the upcoming product launch.
Η ομάδα μάρκετινγκ εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ενθουσιασμό για την επερχόμενη κυκλοφορία του προϊόντος.



























