Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drop by
01
πέρασε, κάνε μια σύντομη επίσκεψη
to visit a place or someone briefly, often without a prior arrangement
Intransitive
Transitive: to drop by a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
drop
ενεστώτας
drop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
drops by
ενεστώτα μετοχή
dropping by
απλός αόριστος
dropped by
παθητική μετοχή
dropped by
Παραδείγματα
Feel free to drop by my office if you have any questions.
Μη διστάσεις να περάσεις από το γραφείο μου αν έχεις απορίες.



























