Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drop by
[phrase form: drop]
01
πέρασε, κάνε μια σύντομη επίσκεψη
to visit a place or someone briefly, often without a prior arrangement
Intransitive
Transitive: to drop by a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
drop
ενεστώτας
drop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
drops by
ενεστώτα μετοχή
dropping by
απλός αόριστος
dropped by
παθητική μετοχή
dropped by
Παραδείγματα
Friends often drop by unexpectedly, turning an ordinary day into a pleasant visit.
Οι φίλοι συχνά πέφτουν απροσδόκητα, μετατρέποντας μια συνηθισμένη μέρα σε μια ευχάριστη επίσκεψη.



























