Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Driving range
01
γήπεδο εξάσκησης γκολφ, driving range
a facility where golfers practice their swings and shots, usually with multiple tees and targets for aiming practice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
driving ranges
Παραδείγματα
He spent an hour at the driving range improving his swing technique.
Πέρασε μια ώρα στο προπονητικό γήπεδο βελτιώνοντας την τεχνική του swing.



























