Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Driving
01
οδήγηση
the act of controlling the movement and the speed of a car, bus, truck, etc. when it is moving
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her driving was praised for being smooth and controlled.
Η οδήγησή της επαινέθηκε για την ομαλή και ελεγχόμενη.
02
το drive, η χτυπή με το driver
hitting a golf ball off of a tee with a driver
driving
01
κινητήριος, προωθητικός
having the power of driving or impelling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most driving
συγκριτικός βαθμός
more driving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
force, motion, energy
02
ενεργητικός, δυναμικός
acting with vigor
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
driving
drive



























