driving
dri
ˈdraɪ
drai
ving
vɪng
ving
divingderiving

Ορισμός και σημασία του "driving"στα αγγλικά

01

οδήγηση

the act of controlling the movement and the speed of a car, bus, truck, etc. when it is moving 
driving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her driving was praised for being smooth and controlled. 

Η οδήγησή της επαινέθηκε για την ομαλή και ελεγχόμενη.

02

το drive, η χτυπή με το driver

hitting a golf ball off of a tee with a driver 
01

κινητήριος, προωθητικός

having the power of driving or impelling 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most driving
συγκριτικός βαθμός
more driving
διαβαθμίσιμο
02

ενεργητικός, δυναμικός

acting with vigor 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store