dressed-up
dressed
drɛst
ντρεστ
up
ʌp
απ
messed-up

Ορισμός και σημασία του "dressed-up"στα αγγλικά

dressed-up
01

ντυμένος επίσημα, καλοντυμένος

dressed in fancy or formal clothing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dressed-up
συγκριτικός βαθμός
more dressed-up
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, appearance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store