Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dress down
01
ντύνομαι ανεπίσημα, φορώ χαλαρά ρούχα
to dress in a more casual or informal manner than usual, often for a specific occasion or to conform to a dress code
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
dress
ενεστώτας
dress down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dresses down
ενεστώτα μετοχή
dressing down
απλός αόριστος
dressed down
παθητική μετοχή
dressed down
Παραδείγματα
On Fridays, we are allowed to dress down at the office.
Τα Παρασκευά, επιτρέπεται να ντυθούμε πιο ανεπίσημα στο γραφείο.
02
επικρίνω αυστηρά, μαλώνω
censure severely or angrily



























