Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dress down
01
ντύνομαι ανεπίσημα, φορώ χαλαρά ρούχα
to dress in a more casual or informal manner than usual, often for a specific occasion or to conform to a dress code
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
dress
ενεστώτας
dress down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dresses down
ενεστώτα μετοχή
dressing down
απλός αόριστος
dressed down
παθητική μετοχή
dressed down
Παραδείγματα
She has dressed down for the past few weeks due to the summer heat.
Έχει ντύσει πιο ανεπίσημα τις τελευταίες εβδομάδες λόγω της καλοκαιρινής ζέστης.
02
επικρίνω αυστηρά, μαλώνω
censure severely or angrily



























