Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dredge up
01
ανασκαλεύω, ξαναθυμάμαι
to bring up or uncover something, especially memories or emotions, that were hidden or forgotten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dredge
ενεστώτας
dredge up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dredges up
ενεστώτα μετοχή
dredging up
απλός αόριστος
dredged up
παθητική μετοχή
dredged up
Παραδείγματα
Talking about the past tends to dredge up old memories, both good and bad.
Η συζήτηση για το παρελθόν τείνει να ανασύρει παλιές αναμνήσεις, τόσο καλές όσο και κακές.



























