Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dream up
[phrase form: dream]
01
ονειρεύομαι, σχεδιάζω
to come up with a creative idea, plan, or solution
Transitive: to dream up an idea or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
dream
ενεστώτας
dream up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreams up
ενεστώτα μετοχή
dreaming up
απλός αόριστος
dreamed up
παθητική μετοχή
dreamed up
Παραδείγματα
The entrepreneur continuously dreamed up new business strategies to stay ahead in the competitive market.
Ο επιχειρηματίας ονειρευόταν συνεχώς νέες επιχειρηματικές στρατηγικές για να παραμείνει μπροστά στον ανταγωνιστικό αγώνα.



























