Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dream up
01
ονειρεύομαι, σχεδιάζω
to come up with a creative idea, plan, or solution
Transitive: to dream up an idea or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
dream
ενεστώτας
dream up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreams up
ενεστώτα μετοχή
dreaming up
απλός αόριστος
dreamed up
παθητική μετοχή
dreamed up
Παραδείγματα
In the brainstorming session, the team was encouraged to dream up innovative concepts for the project.
Στη συνεδρία brainstorming, η ομάδα ενθαρρύνθηκε να ονειρευτεί καινοτόμες έννοιες για το έργο.



























