Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to draw back
01
αποσύρομαι, υποχωρώ
to decide against doing something that was expected or planned due to fearing the possible dangers or risks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
draw
ενεστώτας
draw back
γ΄ ενικό πρόσωπο
draws back
ενεστώτα μετοχή
drawing back
απλός αόριστος
drew back
παθητική μετοχή
drawn back
Παραδείγματα
The company decided to draw back from the international market due to economic uncertainties.
Η εταιρεία αποφάσισε να αποσυρθεί από τη διεθνή αγορά λόγω οικονομικών αβεβαιοτήτων.
02
τραβώ πίσω, διαχωρίζω
to use a surgical instrument to hold open the edges of a wound or an organ during a medical procedure
Παραδείγματα
The surgeon had to draw back the tissue surrounding the injury to gain better access for sutures.
Ο χειρουργός έπρεπε να απομακρύνει τον ιστό γύρω από τον τραυματισμό για να έχει καλύτερη πρόσβαση στις ραφές.
03
υποχωρώ, αποσύρομαι
to retreat or move away from something or someone, typically in response to fear or surprise
Παραδείγματα
Faced with the unexpected danger, he had no choice but to draw back quickly.
Αντιμέτωπος με τον απρόσμενο κίνδυνο, δεν είχε άλλη επιλογή από το να υποχωρήσει γρήγορα.



























