Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag out
[phrase form: drag]
01
παρατείνω, τραβώ σε μήκος
to prolong or extend a situation, event, or process, often unnecessarily
Transitive: to drag out a situation or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags out
ενεστώτα μετοχή
dragging out
απλός αόριστος
dragged out
παθητική μετοχή
dragged out
Παραδείγματα
The management promised not to drag out the decision-making process for the new project.
Η διοίκηση υποσχέθηκε να μην παρατείνει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για το νέο έργο.



























