Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag out
01
παρατείνω, τραβώ σε μήκος
to prolong or extend a situation, event, or process, often unnecessarily
Transitive: to drag out a situation or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags out
ενεστώτα μετοχή
dragging out
απλός αόριστος
dragged out
παθητική μετοχή
dragged out
Παραδείγματα
The speaker seemed to drag out the presentation, causing some attendees to lose interest.
Ο ομιλητής φαινόταν να παρατείνει την παρουσίαση, κάνοντας κάποιους παρευρισκόμενους να χάσουν το ενδιαφέρον τους.



























